Κυριακή, 28 Ιανουαρίου 2018

εμείς


μυστήριο που
 τις νύχτες μυρίζεις σοκολάτα
όταν μας παίρνει ο ύπνος στην ταινία
κι 
ήσυχα 
ροχαλίζουν τα παλιά βιβλία
μοιάζοντας τρόφιμοι ασύλων παγερών

τίποτα και καμιά κανένας πια
ούτε υποκείμενο ούτε αντικείμενο ποτέ
ούτε φιλόσοφοι διακεκριμένων ορισμών
δεν θα κοτάνε να φορτώσουνε σε τρένο
σακατεμένα τα λογής εμείς

κι ας λέγαμε
των δεκαετιών της νιότης μας
οι θλιβεροί μεσεγγυούχοι
ας λέγαμε ματώσαμε















λέγαμε πως
ματώσαμε ασύνταχτα
κρατούσαμε κομπρέσες
ποτισμένες με αυγή
υψώναμε τα χέρια
ο πόνος τα τραβούσε πίσω
ξερνούσε ήλιο η κυριακή
σεβότανε τις καθημερινές
μα η δευτέρα κρύβονταν
από τους έχοντες
την εντολήν του εισαγγελέως
έτρεμε για το κλέος
για την υπόσχεση
την εκτός χρόνου επίσης
έτρεμε που δεν αξιώθηκε
να ειπεί την τετριμμένη ατάκα
γύρευε την υπόγειαν άνοιξη
να καβαλήσει τον βαρύθυμο χειμώνα
και μπερδευτήκανε κι ανθίσανε
λίγα δεντρά συχωρεμένα
γύρω τυλίξαμε τις γάζες
που από τα στήθη ξετυλίξαμε
να περιποιηθούμε στους κορμούς
της αυταπάρνησης τα έλκη

ευαισθητούντες μανιακοί
άλλοτε ράθυμοι αστοί
άλλοτε μπερδεμένοι επιβάτες
άλλοτε εισηγητές κακώσεων
ψυχής σκατά ψυχής

άλλοτε
ζύμωναν την επανάσταση
με τα φιλιά και τα λουλούδια
ξέμειναν τώρα επαναστατικές
οι τεχνικές επίτευξης και αποφυγής
και κάτι γκατζετάκια δύστυχα





Παρασκευή, 12 Ιανουαρίου 2018

τλήμων



ήπιε καφέ
και διάβασε ξανά
κι έφαγε κάτι κι είπε
να συγκριθεί με στίχους
το μπόι να ισιώσει να τραβήξει
με το μολύβι τη γραμμούλα ο πατέρας
ακόμα λίγο παραπάνω σήμερα όμως
οι στίχοι ήτανε θεόρατοι και συμμαζεύτηκε και
δέησε να σεβαστεί του εντέρου την απόκριση
πλύθηκε ντύθηκε βγήκε στο δρόμο έξω
στο λεωφορείο πίσω από τα θολά τα τζάμια
ακύρωναν τα εισιτήρια της νύστας στον καφέ
λίγο πριν αφεθούν στη σκυθρωπότητα
ο δρόμος θα γλιστρούσε αργά
υπάρχουν τόσοι τρόποι να ξεχνάς τις λέξεις
σήμερα έμαθε ξανά τη λέξη τλήμων
έφτασε στο γραφείο παραδόθηκε
στο ρόλο τλήμων δεν
θάρθει άλλη μέρα πια να πει πως
πάλι θε ναρθεί μια μέρα που



Harry Anderson

τοιουτοτρόπως
επήλθεν η κούρασις

οι νύχτες έγιναν φωλιά
το τέμπο κράταγε η βροχή
ένιωθε ντος του ξυπολιά
εκτός του άστοργη εποχή


Πέμπτη, 21 Δεκεμβρίου 2017

Βιζυηνέ, Βιζυηνέ!



Τρελός ή ποιητής; Ποιήτρια ή τρελή; Γίνεται και τα δύο; Ταυτόχρονα ή διαδοχικά; Αν σου πει κάποιος στον δρόμο ότι στις τρεις πόρτες του σπιτιού είναι καρφωμένες τρεις άσπρες κουκουβάγιες, θα πεις ότι είναι τρελός. Αν το διαβάσεις στη μετάφραση του Εμπειρίκου στο ποίημα του Μπρετόν θα απολαύσεις υπερρεαλιστική ποίηση. Όμως αν οι υπερρεαλιστές με την αυτόματη γραφή μούσκεψαν τα χαρτιά τους με σταγόνες από τη θάλασσα του ασυνείδητου και τις λίμνες των ονείρων, οι ποιητές που τρελάθηκαν, οι λογοτέχνες που νοσηλεύθηκαν στο Δρομοκαΐτειο δεν έγραφαν παράλογα. Έγραφαν πόνο. Βιζυηνός, Φιλύρας, Μητσάκης και άλλοι· κι ο Αύγουστος Κορτώ, ο Πέτρος Χατζόπουλος κατά κόσμον, που νοσηλεύθηκε στο ίδρυμα για τρεις μέρες τον ιστορικό Δεκέμβρη του 2008. Στο μικρό χρονικό που έγραψε για τη δική του τρέλα, ο Κορτώ θυμάται τα λόγια της μητέρας του: δεν είσαι τρελός μέχρι να σε δέσουν. 

Τον Βιζυηνό τον έδεσαν τον Απρίλη του 1892. Λένε πως τον βρήκαν στο ανθοστολισμένο σπίτι του ντυμένο γαμπρό να τελεί φανταστικό γάμο με τη μαθήτριά του Μπεττίνα Φραβασίλη. Ένας ψυχίατρος κι ένας αστυνομικός μαζί με τον διευθυντή του στο Ωδείο Αθηνών. Την ίδια χρονιά, ενθουσιασμένος με την αρρώστια του, κλείστηκε στο ψυχιατρείο ο Γκυ Ντε Μωπασάν. "Αλληλούια, έχω σύφιλη, άρα δεν φοβάμαι πια μήπως κολλήσω" έγραψε σ' ένα γράμμα. Ο Βιζυηνός, που ο  Ξενόπουλος τον αποκάλεσε Έλληνα Μωπασάν, πέθανε στο Δρομοκαΐτειο στις 15 Απριλίου του 1896. Δυο μέρες μετά στο ίδιο δωμάτιο βάλανε τον Μιχαήλ Μητσάκη. Σύφιλη. Εκφυλιστική φρενοπάθεια. Η τρέλα σαν τιμωρία σεξουαλικών αμαρτιών. 

Ο Μητσάκης περιπλανιόταν για μήνες στην Αθήνα πριν τον δέσουν. Συστηνόταν "Μηστάκης". Αυτούς τους περιπλανώμενους τρελούς έπρεπε να εξαφανίσει το ελληνικό κράτος στα τέλη του 19ου αιώνα και δημιούργησε το Δρομοκαΐτειο. Ο Παλαμάς δυσφόρησε: "Αι Αθήναι τους θέλουν τους τρελλούς των. Τους θέλουν εις τους περιπάτους, εις το τραπέζι, εις τας βουλάς των. Και έπειτα να μάθουν έξαφνα ότι η Κυβέρνησις τους εξοστράκισεν εις το Δαφνί! Αι Αθήναι χωρίς των τρελλών των είναι ό,τι κυψέλη χωρίς μελισσών". Τον Φιλύρα τον έβαλαν στον ίδιο θάλαμο 30 χρόνια αργότερα. Η αρρώστια του αποδόθηκε στη σύφιλη. Νοσηλεύτηκε 16 χρόνια κι έγραψε κει τα απομνημονεύματά του. 

Μπορεί ένας τρελός να γράψει; Τι μπορεί ένας τρελός να γράψει; Τι τρελός; Παρανοϊκός ή σχιζό; Είναι ζήτημα ρόλων; ηλικίας; χωρόχρονου; Ποιος είναι δεσπότης, βασιλιάς, δικαστής, βιομήχανος, γιατρός, σερίφης; Ένα παιδί; ένας ονειροπόλος; ένας που ονειρεύεται; ένας παρανοϊκός; Το ίδιο κοροϊδεύει το άλλο. Μπλεγμένος ανάμεσα στις λέξεις και τα πράγματα ο Φουκώ αποφαινόταν ότι ο τρελός νομίζει πως αποκρυπτογραφεί ό,τι βλέπει και αντικρίζει παντού ομοιότητες ενώ ο ποιητής βλέπει τις διαφορές και κάτω από αυτές ανακαλύπτει ομοιότητες χαμένες. Πασχίζοντας να μιλήσει (για) τη γλώσσα της τρέλας και γράφοντας για την τρέλα της ποίησης και την ποίηση της τρέλας ο Ντ. Κούπερ αντιλαμβανόταν τον ποιητή να ξεχωρίζει από τον τρελό χάρη στην "αυτο-προστατευτική" επαφή του με τους ανθρώπους. Αν σκεφτούμε ότι ο Βιζυηνός είχε εκλεγεί υφηγητής στη Φιλοσοφία της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ίσως δικαιολογήσουμε ένα "ίσως" του Ντεριντά στην προσπάθειά του να παρακολουθήσει τη σκέψη του Φουκώ: "η φιλοσοφία ίσως είναι αυτή η ασφάλεια που έχει επιτευχθεί όσο πιο κοντά γίνεται στην τρέλα έναντι της αγωνίας να είσαι τρελός". Όσο φιλοσοφείς διαπιστώνεις το κατά Ζαρατούστρα αδύνατο της λογικότητας· όσο πιο κοντά στην τρέλα, αγωνιάς και φιλοσοφείς· γραπώνεις το cogito και σηκώνεις φράχτες. 



dromokaiteio.gr

Αν για τον Φιλύρα δεν χωρά αμφιβολία ότι στο άσυλο παρέμεινε λογοτέχνης δεν ισχύει πάντα το ίδιο. Ο Μωπασάν έβλεπε στα ούρα του πολύτιμους λίθους. Η έκφραση της παράνοιάς του δεν είχε αποδεκτή λογοτεχνική αξία. Στις μέρες μας ο Κορτώ έκανε τον εγκλεισμό του στο Δρομοκαΐτειο μυθιστόρημα. Μπορεί, όπως ο Βιζυηνός πίστευε ότι ήταν βασιλιάς ή πάμπλουτος, να πίστευε κι εκείνος ότι ήταν ο Δαλάι Λάμα ή ο φύλακας στη σίκαλη, όμως εκ των υστέρων αναφέρεται σε "στιγμές, και μάλιστα πολλές, μιας πρωτόγνωρης ευφορίας και επίπλαστης μα συνταρακτικής αφύπνισης". Η αξία των στίχων που έγραψε ο Βιζυηνός στο φρενοκομείο αμφισβητήθηκε ποικιλοτρόπως. Από το 1936 ο Γιώργος Βαλέτας ανακάλυψε ότι το ποίημα "Το φάσμα μου" ήταν παραλλαγή ποιήματος που είχε γράψει ο Βιζυηνός για τον βασιλιά Γεώργιο τον Α΄ που είχε χάσει την κόρη του Αλεξάνδρα: 


Σα θυμούμαι τη χαρά
που χαιρόμουν μια φορά
πως μου εχάθη σε μιαν ώρα
δεν γνωρίζω ούτε τη χώρα
πού 'μαι τώρα


"Τὰ περίφημα «ποιήματα τοῦ φρενοκομείου», ποὺ τόσο θαύμασαν ὅσοι τὸν μυθοποίησαν, δὲν ἦταν παρὰ τμήματα ποιημάτων ποὺ εἶχε γράψει στὸ παρελθόν", γράφει ο Γιώργος Μπλάνας στα Προλεγόμενά του στη συλλογή του Βιζυηνού "Ατθίδες αύραι".  Ζούμε, (αν)ασφαλώς, στην εποχή των απομυθοποιήσεων. Οι μύθοι πρέπει να καταρρίπτονται ή, μάλλον, να αποδομούνται, να αποκαλύπτεται ότι ήσαν χάρτινες τίγρεις. Οι μύστες της αποδόμησης ξεχνούν ότι οι μύθοι είναι συνυφασμένοι με τη θυσία, ακόμα κι αν πρόκειται για θυσία του πνεύματος "των άγριων άρρωστων με τα φτερά, των μεγάλων απεριόριστων τρελλών, κι ακόμα των θαυμάσια πεθαμένων", για να θυμηθούμε τον Γιώργο Μακρή. Πρόσφατα η Εύα Γανίδου υπέθεσε ότι οι στίχοι που έγραψε ο Βιζυηνός στο φρενοκομείο και δημοσιεύθηκαν από τον φίλο του Νικόλαο Βασιλειάδη ήταν πειραγμένοι από τον τελευταίο. Ο Βασιλειάδης κάποτε παραδέχθηκε, απαντώντας σε σχετικές επικρίσεις "δεν εκδίδω τα ποιήματά του, ίνα καταστώσι μελέτη φρενολογική, δι’ αυτό διορθώ κατά το πνεύμα του ποιητού τους στίχους". 

Όμως ο Βασιλειάδης, που κανένας μας δεν γνώρισε προσωπικά, τα λέει έτσι τα λέει κι αλλιώς. Λίγες μέρες μετά τον θάνατο του ποιητή δημοσίευσε στη Φιλολογική Ηχώ ανέκδοτα ποιήματά του "εξ όσων ειμπόρεσα να αντιγράψω" από τα "στρυφνά, συμβολικά, διωρθωμένα και μισοσβυσμένα γράμματα". Κάνει λόγο για αντιγραφή. Το Νοέμβριο του 1893 ο ίδιος παρουσίασε το Φάσμα του Βιζυηνού στο περιοδικό Ποικίλη Στοά σε δημοσίευμα με τίτλο "Σελίδες εν Φρενοκομείω". Αυτός ο τίτλος, σημειώνει, μαζί με τον σκοπό του "ίνα ουδέν παραλλάξω" "δικαιούσι την άτακτον ύλην, ην παρέθηκα". Η διαβεβαίωση του Βασιλειάδη ότι τίποτα δεν παράλλαξε από τους στίχους του Βιζυηνού δεν κολλάει με την άλλοτε "ομολογία" του για διορθώσεις. Να μας λύσει την απορία ο ίδιος προς το παρόν δεν γίνεται. Το μέλλον δεν μπορώ να το προβλέψω. Δεν μπορώ και να δεχτώ την υπόθεση της κ. Γανίδου, στην οποία δίνει "ισχυρή πιθανότητα": ότι ο Βασιλειάδης αγνοώντας το ποίημα του Βιζυηνού για το πένθος του βασιλέως μετέφερε ό,τι θυμόταν από απαγγελία του στο Δρομοκαΐτειο και κατασκεύασε το Φάσμα· κι ενώ άκουσε "και του κόσμου αυτήν την τάξη/ έχει αλλάξει" έγραψε "μετεβλήθη εντός μου/ και ο ρυθμός του κόσμου"· είτε γιατί έτσι το θυμόταν είτε γιατί έτσι του άρεζε καλύτερα. 

Η καλή μας Χάνα Άρεντ είδε ότι η δυνατότητα ενός ποιήματος "να απομνημονευθεί θα καθορίσει αναπόφευκτα την διάρκειά του στον χρόνο". Η ανάμνηση, η Μνημοσύνη, η μητέρα των μουσών", γράφει, "μεταμορφώνεται άμεσα σε μνήμη, και το μέσον του ποιητή για να επιτύχει την μεταμόρφωση είναι ο ρυθμός, με τον οποίο το ποίημα ριζώνει σχεδόν αυτομάτως στην μνήμη". Ο ρυθμός του Φάσματος, σαν ορμόνη ριζοβολίας, καθηλώνει τον ρυθμό του κόσμου που αλλάζει εντός του ποιητή του, που τον λέμε χρόνια Βιζυηνό. Να λέγεται Βασιλειάδης; Ακόμα κι αν είναι έτσι τι σημασία έχει; Ο ίδιος ο Βασιλειάδης έγραψε ότι οι στίχοι ανήκουν στον Βιζυηνό. Η Εύα Γανίδου προτείνει "να κρατήσουμε την ισχυρή πιθανότητα το δίστιχο που πέρασε στη συλλογική παρακαταθήκη ως το τραγικό απόγειο της ποιητικής δόξας του Βιζυηνού να μην προέρχεται καν από την έμπνευσή του και το χέρι του". Εντάξει. Ας αποδομηθεί ο μύθος του Φάσματος. Ας αναλάβουν οι γενεαλόγοι των μύθων δουλειά. Τι σημασία έχει; Αυτό το δίστιχο ίσως θα κάνει κι άλλους στο μέλλον να σκιρτήσουν, αν για κάποιον λόγο ταυτιστούν. Και γι' αυτούς δεν πρόκειται να χάσει την αίγλη του. 

Στην προαναφερθείσα δημοσίευσή του στην Ποικίλη Στοά ο Βασιλειάδης μεταφέρει, ανάμεσα σε άλλες, την εξής απόφανση του Βιζυηνού: "Ο ποιητής εγκυμονείται υφ' ολοκλήρων αιώνων και γεννάται ευγενής βλαστός εκ Θείας Προνοίας". Ο τρελός ποιητής υπήρξε ειλικρινής, όσο τουλάχιστον ήταν ειλικρινής ο φίλος του. Κι η επιστήμη της φιλολογικής έρευνας μπορεί να βρίσκει πάντα απαντήσεις· όμως η ποίηση είναι κάτι πέρα από αυτήν. Είναι άγγιγμα. Κάποιοι, μαζί με τον Wittgenstein, 


Αισθανόμαστε πώς, ακόμα και αν δοθούν απαντήσεις
σε όλες τις 
δυνατές επιστημονικές ερωτήσεις,
τα προβλήματα της ζωής 
μας δε θα τα έχουμε καν αγγίξει.
Φυσικά τότε δε μένει πιά 
καμιά ερώτηση·
και αυτό ακριβώς είναι η απάντηση.








Ε, ας αφήσουμε τον Βασιλειάδη να μας περπατήσει για λίγο στα μονοπάτια που περπάτησε στο Δρομοκαΐτειο:

- Βιζυηνέ, Βιζυηνέ! φωνεί υψηλός νέος, ισχνός, με γλυκείαν φυσιογνωμίαν, τον οποίον αμέσως ανεγνώρισα. Ήτον ο υιός του ιερέως της βασιλίσσης, ο ατυχής Ζαχρήστος, παραφρονήσας μόλις εξ Αγγλίας είχεν επιστρέψει και αναγορευθή εν τω Εθνικώ Πανεπιστημίω υφηγητής του Ρωμαϊκού Δικαίου. Αμέσως δε διά σπασμωδικής κινήσεως τον σύρει εκ της χειρός. 
Βιζυηνέ. Να τι ανεκάλυψα, το ποτήρι μου! Δεν σοι είπα το πρωί, τι υπέφερα την νύκτα με δίχως ποτήρι; Το είχεν ο Ράμφος μέσα εις την τσέπη του. Ως παντοπώλης που ήτο "αξέχαστη παληά αγάπη". 
Και δια ημικυκλικής περιστροφής των δακτύλων υπεδήλου τας λωποδυτικάς του συντρόφου του διαθέσεις κατά γελοίον τρόπον. 
Τώρα τι τιμωρίαν να ζητήσω παρά του εισαγγελέως; Μήπως δεν ήτο δυνατόν και ν' αποθάνω εκ δίψης και να είχεν αυτόν τον σκοπόν ο κύριος αυτός εκ προμελέτης μακράς και μοχθηράς ψυχής του; Ανέγνωσες την Πολιτικήν Δικονομίαν και την Ποινικήν νομοθεσία ... ά, αυτό θα χαρακτηρίσω έγκλημα και κρατώ το ποτήρι ως σώμα του εγκλήματος corpus delichi, σώμα του εγκλήματος!
Και δι' αποτόμου αποστροφής εκάθησεν επί του παρακειμένου καθίσματων κλαίων παιδαριωδώς. Ο Βιζυηνός με αφίνει αμέσως, ευρίσκει τον λωποδύσαντα το ποτήρι, και τον συμβουλεύει πατρικώς να μη επαναλάβη την πράξίν του αυτήν ως αντικειμένην εις τους θεμελιώδεις όρους της κοινωνικής διαβιώσεως. Εις όλα ταύτα εγώ έστην τηρών. Κατόπιν επιστρέφει και δεικνύων τον κλαίοντα. 
Είνε τρελλός, μοι λέγει, πόσον τον λυπούμαι. Αλλ' η τρέλλα αυτή είνε περαστική. Δεν έχει ουδεμίαν οργανικήν βλάβην ο εγκέφαλός του. Νεύρωσις, απλή νεύρωσις!
Και πηγαίνει ίνα τον παρηγορήση. Πώς εγνώριζε τους ιατρικούς όρους έστω και συγκεχυμένους, δεν ηδυνήθην να εξηγήσω. Έφριξα μόνον όταν ακριβώς εκείνην την στιγμήν παρουσιάζεται άλλος κύριος χαμογελώντας με συμπαθή φυσιογνωμίαν και με χαιρετά. 
Είσθε φίλος του Βιζυηνού, μοι λέγει;
- Μάλιστα, απήντησα. 
- Τον καϋμένο, πώς τον λυπούμαι. Μας λέγει ιστορίας, ποιήματα, χίλια δύο καλά πράγματα και μας εξηγεί το κάθε τι με το νι και με το σίγμα, έχει όμως το κακό να νομίζη ότι είνε αυτοκράτωρ, βασιλεύς, ότι έχει ταμίαν τον κ. Συγγρόν και αμάξια και υπηρέτας... αφού είσθε φίλος του δεν τω κάμνετε μίαν χάριν; Να τον πάρητε αύριον μαζή σας και να υπάγητε εις το παλάτι, ίνα πεισθή, ότι δεν είνε αυτός βασιλεύς, αλλ' ο Γεώργιος, να τον 'πάτε εις τον κ. Συγγρόν, να τον 'πήτε να εύρη τα αμάξια του και άμα ίδη ότι τίποτε από αυτά δεν έχει, θα ησυχάση. Αυτός δεν είνε τρελλός. Διατί δεν τον παίρνετε; Τι αμαρτία τέτοιος άνθρωπος να ήνε κλεισμένος 'σαν τρελλός, τέτοιος φιλόσοφος!
Έφριξα εις τον συλλογισμόν του ανθρώπου αυτού όστις ήτο κατά το ήμισυ παράφρων.
Αλλ' εν τω μεταξύ ο Βιζυηνός είχεν έλθη. 
- Τον έπεισα, μοι λέγει, του να παύση να κλαίη και ησύχασε. 
Πλην η νυξ είχε επέλθη. Ήτον ώρα ν' αναχωρήσω. Τον ησπάσθην  υποσχόμενος ότι την επομένην θα τον επανεύρω. Εκείνος διεμαρτύρετο ότι πρέπει να έλθη μαζή μου και δεν με αφήκε παρ' όταν έλαβε τον λόγον της τιμής μου ότι την επομένην θα έλθω να τον παραλάβω. Η συνέντευξίς μου αύτη ετελείωσεν ούτω. 



dromokaiteio.gr




Κυριακή, 12 Νοεμβρίου 2017

άντε και σάλτα



Καλά του τόπε
η καλή γριούλα
στη σκουριασμένη εξώπορτα:
όλα τα σχέδιά σου
πήγαν στράφι.
Κι όταν
και πού το ξέρει
τηνε ρώτησε, του μίλησε
γλείφοντας θρίαμβο μισό-
κλειστα τα δυο ματάκια:

g. courreges



Α, όλα κι όλα, τύπε,
σε μένα τη γριά το μάγκα
μην τον παίζεις.
Κάποτε που έκανες
τον δύσκολο της ρόδας
και σούλεγα θα πέσεις
θύμα της αχνισμένης μόδας,
μου καμωνόσανε
το ατίθασο το παιδαρέλι.
Γιομίσατε τους τοίχους στίχους·
γράφετε και με δέρνει σιχασιά.
Τυλίξατε τα χρώματα
σε διαφανή μεμβράνη
κι έγινε το λιβάδι μου
έγινέ ρημος.
Και σάπισε η καρδιά μου
σε κορνίζες πλεξιγκλάς.


Άντε και σάλτα τώρα
στα πόγκρεμα μαλλιά
της τρανς της ερωμένης σου,
της φαντασίας.
Άντε και σάλτα με το Ντίσνεϊ
και με τις Βουγιουκλάκες όλες
της επανάστασης.
Mουλώσαμε τους σκελετούς μας
στα βουνά, να λες εσύ στα έδρανα
για τα συμβάντα.
Άντε να μη.



Δευτέρα, 23 Οκτωβρίου 2017

Στην πλατεία Μανόλη Αναγνωστάκη




Η πλατεία Μανόλη Αναγνωστάκη
στη Θεσσαλονίκη, στη συμβολή των οδών
Αμύντα, Πλάτωνος και Φιλίππου,
είναι θερινή κατοικία ενός άστεγου.
Ασήμαντη πλατεία, σαν κάποτε του ποιητή
την παρουσία σε κάθε της γωνιά.
Στα χρόνια τα μαθητικά
τη διέσχιζε πηγαίνοντας σχολείο.


Δεν είναι τόσο δύσκολο κανένας
στην πόλη ετούτη να διαθέτει
τα παραίτητα. Ο άστεγος
της πλατείας Μανόλη Αναγνωστάκη
έβαλε στο παγκάκι τα χαρτόνια,
πάνω τους μαξιλάρια μιας ξαπλώστρας,
δίπλα μια πλαστική καρέκλα
με δίχως πλάτη και με ποδαρικά μεταλλικά,
ένα καφάσι επίσης πλαστικό για κομοδίνο,
μια πράσινη πετσέτα πέναντι,
στο σκαλοπάτι του κτιρίου
με τα κατεβασμένα μόνιμα ρολά,
ένα ζευγάρι, τέλος, μπεζ σκαρπίνια.
Τα μεσημέρια φήνει τα σκαρπίνια
κάτω από τον ήλιο και
κάθεται στο απέναντι παγκάκι,
στη σκιά του σιωπηλού δεντρού.



Μια νύχτα ονειρεύτηκε πως πέθανε πιτέλους.
Ένας μικρός, γυαλάκιας, με σάκα σχολική,
ψηλό παιδί, άφησε στο καφάσι ένα λουλούδι.
Κατέβηκεν η φοβισμένη συμπονετική
γειτόνισσα, που και να τον κοιτάξει
σιχαινόταν, έκλαψεν ώρες πλάι του.
Όταν εξύπνησε από τις φωνές της
στο μπαλκόνι, ένιωθε ακόμα
νέλπιστο το χάδι της στης κεφαλής
τις λαδερές του τρίχες.
Είχανε λιώσει, λέει, τα σανδάλια της
για ώρες βουτηγμένα σε δακρύων λίμνη.


Ο ποιητής περπάτησε
αυτούς τους δρόμους τους παλιούς
ανάμεσα σε σωριασμένα πτώματα.
Τους μίσησε άλλοτε και
τους αγάπησε μαζί· ατέλειωτα.
Η στορία της μικρής πλατείας
Μανόλη Αναγνωστάκη είναι μικρή, 
ετών ολίγων· δεν θα γραφτεί από τον άστεγό της 
ούτε από τα συνθήματά της που γρυλλίζουν: 
ολική άρνηση στράτευσης - ολική άρνηση φύλου. 
Στην πλατεία Μανόλη Αναγνωστάκη 
δεν διδάσκεται για προκοπή στορία· 
μόνο, για τους βουλιμικούς ιδίως περαστικούς, 
σερβίρεται η αυτοεκπληρούμενη 
του ποιητή της ήττα. 




Σάββατο, 7 Οκτωβρίου 2017

la catastrophe


Έξω από το σεντόνι φαινόταν μοναχά το γόνατό της. Εκείνος κουτσόπαιζε στο πιάνο το Άσμα του Βιζυηνού. Κι ύστερα το Φάσμα του. Εκείνη κατάλαβε. Μα δεν μπορούσε κάτι περισσότερο να επιτρέψει. Αν ήθελε, μόνο το γόνατο. Εξάλλου το φιλί ενώνει πιο πολύ, δεν το λέει ο Χριστιανόπουλος; Μα το φιλί στο γόνατο δεν είναι υποταγή ούτε ισοτιμία. Είναι φετίχ ορεκτικό.  

- Σε πήρα να με πισκευάσεις 
- Και; Τι; Σε ξεχαρβάλωσα;
- Ακριβώς.
- Φτηνός, ρε Χριστιανόπουλε.
- Δεν σε είπα Μουσουλμανοπούλου.
- Βάλε για καφέ. 
- Δεν άκουσα τι λες.
- Χτες έλειπες όλη μέρα. Πού να γύριζες;
- Έλεγες να βγεις, να μη βγεις, ε;
- Ναι. Δεν βγήκα τελικά. Είχα μιαν εντυπωσιακή σύλληψη. Για την ακροτελεύτια θέση για τον Φόυερμπαχ. 
- Άντε πάλι με την επικολυρική αριστερά. Πόσο πίσω μας γυρίζεις. 
- Του Μαρξ τον κάθε τόμο ανοίγαμε...
- Όπως ανοίγατε τις γρίλιες του σπιτιού, υποθέτω. 
- Ο Μαρξ έκαμε το λάθος. Είπε ότι το θέμα δεν είναι να τον εξηγήσεις τον κόσμο, δεν αρκεί δηλαδή. Πρέπει να τον αλλάξεις. Ποιος; Οι φιλόσοφοι. 
- Ε, και;
- Ατόπημα πρώτον. Πλατωνικόν. Τι έλεγε στην Πολιτεία; Να βασιλέψουν οι φιλόσοφοι. Να. 
- Να να να να να.
- Ατόπημα δεύτερον. Το πήρανε χαμπάρι οι τεχνικοί της εξουσίας, της επιστήμης και του ημερονυχτίου και τα διέλυσαν όλα. Δεν αρκεί να εξηγήσεις τον κόσμο, λέει. Δεν αρκεί να βρεις τις βάσεις, τη δομή, τους δεσμούς του δεσοξυριβονουκλεϊνικού οξέος. Τώρα οφείλεις να κάνεις μηχανική. Γενετική μηχανική. Να φτιάξεις μεταλλάξεις. 
- Ήταν αναπόφευκτο, βλάκα. Η ίδια η μοριακή αναζήτηση, η ίδια η μικροσκοπική οπτική  εντός, προδιέγραφε την εξέλιξη. Και ούτε καν. Όλα ξεκίνησαν όταν τα ομοειδή σου τα θρωπάκια επέτρεψαν στο μικρόβιο της αιτιολογίας να μολύνει την απόλαυση της παρατήρησης. Ένα όμορφο λουλούδι το χαζεύεις, το μυρίζεις, το χαϊδεύεις... Κι αύριο που θα ξαναπεράσεις θα ξανασμίξετε. Αλλιώς το χάζεμα γίνεται παρατήρηση και η μακροσκοπική παρατήρηση δεν φτάνει, οπότε το ξεριζώνεις, το κόβεις κομματάκια, το βάζεις κάτω από το στερεοσκόπιο και διασκεδάζεις μετρώντας τη διάμετρο των αγγείων του. Κι αύριο ξαναπερνάς και δεν είναι εκεί. Κι ύστερα παρανοείς εντελώς και λες θα φτιάξω χιλιάδες ολόιδια. Μας γάμησες τον ύπερο πρωινιάτικα. Βρίσκεσαι σε πλήρη σύγχυση.
- Τ' άνθη που μ' έχεις χαρισμένα δεν...
- Μαράθηκαν. 

Χτύπησε την πόρτα κι εξαφανίστηκε. Για πότε πετάχτηκε, ντύθηκε, ποδύθηκε δεν το κατάλαβε. Εκείνος θα έψαχνε πάλι στα βιβλία όπου παράχωνε χαρτάκια με ποιήματα. Δεν θα έβρισκε αυτό που έψαχνε. Θα έβρισκε άλλα. Ξεχασμένα. Που θα του φαίνονταν ασήμαντα. Όπως κι η ίδια η ζωή· καμιά φορά. Το καλοκαίρι είχε τελειώσει από καιρό. Κι αυτός δεν πρόλαβε να δει τους ποιητές. Μονάχα τη φασματική τους πύκνωση και τα εγωπαθή τους ποσταρίσματα. 

Άντε να δω πώς θα σας νοσταλγήσουν οι επόμενες γενιές, μονολόγησε και στρώθηκε μπροστά στο λάπτοπ. Στις ματαιώσεις, πάντως, είναι μανούλα. Οι ματαιώσεις είναι οιδιποδίτσες με λευκές ποδίτσες λερωμένες από το ζελ των ομμαθιών που ξερίζωσαν εκπληρώνοντας την προφητεία και της τα προσφέρουν στα χέρια κι από τα χέρια χύνεται το ζελ κι αφήνει μιαν απαίσια μυρωδιά που εξοργίζει εκείνη τη γριά με το δρεπάνι μες στο κοιμητήριο πολιορκημένη από αναιδή ξερόχορτα. Ώπα: για να μην αποτρελαθώ μπαίνω σε μουντ ποιητού.

Κάπως έτσι διανθιζόταν το σαββατιάτικο φθινοπωρινό πρωινό. Με λουλούδια. Μέσα του παλλόταν το Χάθηκα του Μίκη σαν από παραμορφωμένο μαντολίνο. Κάποτε όλα παραμορφώνονται κι όλα μοιάζουν με καταστροφή. Μα κι η καταστροφή είναι σαν την χαρά. Προσωρινή. 








Την είπανε 
των ματαιώσεων μανούλα.
Εκείνες στρατιωτάκια μίλητα
τρεμάμενα της πρόσφεραν τα μάτια τους
στη γέλη της λατρείας διατηρημένα.


Στραβιό του φεγγαριού το στόμα
μοιρολογούσε το αδικοχαμένο θέρος.
Γρίνιαζε η γραία που θεριέψαν τα χορτάρια
και σκέπασαν τη μπλάκα της οικογενείας.
Σώπα μουρμούρισε η εκάστη.
Η σούρα σου λαχτάρησε
το αφράτο χώμα.


Πόσους αθρωπομορφισμούς
να ντέξει τούτο το φθινόπωρο.
Ε;




Πέμπτη, 28 Σεπτεμβρίου 2017

ο Μολυσμίδης



Στον αφαλό
ένα σκουλιάκι ξεγλιστρά.
Στήνει καυγά στο γέρο·
τονε φωτογραφίζει σαν ουρλιά,
του τρώγει λύτρα μη μποστάρει
τες φωτό και τονε πούνε ξεδοντιάρη·
τον πολυθρύλητο.


Εγώ, η σκουλκαντέρα κοκορδώνεται,
τραβώ τις νύχτες για του χάρου τη μασέλα,
δροσίζομαι ραχάτι μες στα σάλια.
Κάτι νεράιδες ετοιμόλογες,
που όλο συχνάζουν στις αγχόνες,
λένε πως έχουν αλλεργία στο σκοινί.
Ο Μολυσμίδης να ρυθμίζει τις θηλιές·
τι να κολλήσουν, πια, οι μελλοψόφιοι.
Κι ο Μολυσμίδης καρτερεί την προσφυγιά
να δει τι σόι μαδραγόρα θα ποδώσει.


Γδάρε τη μπέτσα της νυχτιάς μεντνάν.
Πάθε του δολιχόποδου τις σπηλιακές τρομάρες,
Οιδιποδάκο, που τον φώναξεν η χήρα,
ένα κορτσόπουλο γυμνό πάνω στα κάγκελα.



plastics-only