Τρίτη, 16 Απριλίου 2013


πλιζτουμίτγιου






Ήταν ανέκφραστος, καλοντυμένος, η γραβάτα ανέμιζε, φυσούσε, ο δρόμος άδειος, τον είδα από μακριά. Είχα το ποδήλατο, λίγο πριν είχα κόψει στο περίπτερο, ήταν ένα περιοδικό, "Πέντε επώνυμοι αποκαλύπτουν: Το διαδίκτυο με κατέστρεψε". Ήταν ανέκφραστος, σκούρο γκρι κουστούμι, σκούρα μπλε γραβάτα. Σκεφτόμουν την ανάρτηση για τους ληστές, που θ' ακολουθούσε εκείνη για τους Κλέφτες και τους κλέφτες. Οι Ληστές του Hobsbawm, το κεφάλαιο για τους Χαϊδούκους, η αναφορά του ιστορικού στον Χρήστο Μηλιόνη, το διήγημα του Παπαδιαμάντη για τον αρματολό, η μετάφραση του Παπαδιαμάντη στην Ιστορία του Φίνλευ κι η αναφορά στους Κλέφτες, το δημοτικό του Μηλιόνη, ο θάνατός του, ο Ευαίσθητος Ληστής του Χατζιδάκι, ο Γκάτσος και οι Παναγιές του, η εκτέλεση του Παυλίδη. Τι νόημα έχουν όλα αυτά, τι νόημα έχει πάλι να τα μπλέξω - σκεφτόμουν, ως συνήθως. Ποια μάταιη υπόθεση τραβολογάνε οι μοναχικοί μου κόποι. Δεν ξέρω. Το διαδίκτυο δεν με κατέστρεψε, ίσως με καταστρέφει αργά· βουβά. Στο ποδήλατο τραγουδούσα λίγο πριν, ένα ποδηλατικό αυτοσχέδιο, απ' αυτά που δανείζονται μουσικές, σ' αυτό είχα δανειστεί το Τρελό Παιδί του Χατζιδάκι, να τηρείται ο εσωτερικός ρυθμός...


Τρελό παιδί κι εγώ, μέσα στη γκλάβα
οι σκέψεις κόχλαζαν όπως η λάβα...
Τώρα η γκλάβα μου, αν τη στίψεις,
σταγόνες προϊούσας σήψης.

Μα κι αν ξεράθηκε στα χρόνια η γκλάβα,
θα είναι πάντα των ματιών σου η σκλάβα...
Κι η γκλάβα μου πεταλουδά...
Κι η γκλάβα μου πεταλουδά...


Δεν κρατούσε χαρτοφύλακα, κρατούσε ένα άδειο μπιτόνι σαν να κρατούσε χαρτοφύλακα. Έφτασε σ' ένα βενζινάδικο, θα είχε μείνει με το αυτοκίνητο, περίεργο για την εμφάνισή του, δεν μένουν εύκολα από βενζίνη τέτοιοι τύποι, όμως η ζωή κάποιες φορές γίνεται καταιγιστικά απρόοπτη  και ξεχνάς τα καθημερινά. Σκεφτόμουν ότι στο ποδήλατο δεν πρέπει να κάνω σκέψεις που με παρασύρουν μακριά από τον δρόμο, την κίνηση, σκεφτόμουν τον τίτλο στο περιοδικό, τι καταστροφή να προξένησε το διαδίκτυο στους επώνυμους, καλά, οι λέξεις έχουν χάσει το νόημά τους, έχουν δηλαδή καταστραφεί, η λέξη καταστροφή έχει καταστραφεί, ο τύπος είχε φτάσει στο βενζινάδικο κι έβαζε βενζίνη στο μπιτόνι. Για την ακρίβεια, βενζίνη έβαζε ο μελαμψός ξένος, ο Πακιστανός, ας πούμε, ο τύπος πήρε έκφραση, έκφραση μίσους, ο Πακιστανός φοβήθηκε, έκανε μισό βήμα πίσω, το μπιτόνι το κρατούσε ο τύπος, ο Πακιστανός κρατούσε την κάνουλα, ο τύπος τού άρπαξε την κάνουλα, άνοιξε το στόμα του, η βενζίνη έτρεχε μες στο στόμα του, ξεχείλιζε, έμοιαζε να πνιγόταν, έκανε κινήσεις εμετού, ο Πακιστανός του τραβούσε το χέρι, ο τύπος είχε στρέψει το κεφάλι ψηλά, ο Πακιστανός φώναζε νόου, νόου, όχ-ι, όχ-ι, ο τύπος πνιγόταν, αυτό κράτησε δευτερόλεπτα γιατί η ροή σταμάτησε, κάποιο κουμπί θα πάτησαν μέσα απ' το κατάστημα. Έξω δεν είχε βγει κανείς, γουάι, γουάι, ο Πακιστανός κουνούσε το κεφάλι, ανακουφισμένος  πάντως, ο τύπος έβγαλε ένα πενηντάρικο, ο Πακιστανός έβγαλε να δώσει ρέστα, ο τύπος γύρισε την πλάτη κι έφυγε χωρίς το μπιτόνι. 

Είχα μείνει άγαλμα πάνω στο ποδήλατο, είχα κατέβει απ' τη σέλα, κρατούσα το τιμόνι, τον κοίταζα. Δεν με είχε δει. Κανέναν δεν έβλεπε. Ήταν συντριμμένος, το κουστούμι ήταν βρεγμένο από βενζίνη, προχώρησε λίγα μέτρα και σταμάτησε, κάθησε στο πεζοδρόμιο, έβγαλε μια φωτογραφία, θα είναι γυναίκας, σκέφτηκα, ξέσπασε σε λυγμούς, έβγαλε το πακέτο, έβγαλε τσιγάρο, αναπτήρα, φώναξα ΜΗ!... Δεν είχε καταλάβει ότι θα λαμπάδιαζε, άρχισε να στριφογυρνά, να τρέχει μια δεξιά, μια αριστερά, βγήκε ο Πακιστανός, τράβηξε το πλυστικό, εκείνος ούρλιαζε χωρίς νόημα, ούρλιαζε κι όταν τον έπαιρνε το 166, θα πρέπει να ήταν κάπου κοντά, έφτασε σε πέντε λεπτά, όλη την ώρα τον τριγύριζαν περίεργοι, εκείνος είχε το κεφάλι ανάμεσα στα χέρια και ούρλιαζε, τον κοίταζαν ώσπου τους απομάκρυνε η σειρήνα. 

Ήμουν βέβαιος πως η ζωή ήταν ένα ποδοπατημένο λάφυρο θανάτου. Ξεκίνησα με το ποδήλατο, πέρασα μπροστά απ' το σημείο που ο τύπος είχε αρχίσει να καίγεται. Θα πρέπει να είχε πετάξει τη φωτογραφία μακριά για να γλιτώσει τη φωτιά, ήταν μισοκαμένη, μια γυναίκα χαμογελούσε κι έδειχνε μπροστά, ψηλά. Χάζευα. Ως συνήθως χάζευα. Πέρασα στην αριστερή πλευρά του δρόμου ξέχασα να ελέγξω, άκουσα πάλι ουρλιαχτά, αυτή τη φορά ήταν φρένα βαριού οχήματος, ένιωσα να καίγεται η πλάτη μου· και τίποτ' άλλο. 

Στο νοσοκομείο, όταν μπόρεσα να μιλήσω, ζήτησα να μου φέρουν το περιοδικό. "Πέντε επώνυμοι αποκαλύπτουν: στο δικαστήριο τα αντέστρεψε". Άρχισα ν΄αμφιβάλλω αν ο τύπος με το μπιτόνι υπήρξε ποτέ. Λες να είχα κιόλας πεθάνει; Ζήτησα ένα βιβλίο. Μου έφεραν ένα του Μπατάιγ, για τον Νίτσε. Προσπέρασα τα εισαγωγικά, το Προοίμιο άρχιζε έτσι: Αυτό που με υποχρεώνει να γράφω, φαντάζομαι, είναι ο φόβος μην απογίνω τρελός. Είχα καταλάβει τι μου συμβαίνει. Ζούσα. Ζήτησα χαρτί και μολύβι. Άρχισα να γράφω:


- Επιτρέψτε μου να συστηθώ, ελπίζω να μαντεύετε την ανυπαρξία μου, είναι σχεδόν υπαρκτή, εννοώ δεν θα καθυστερήσει υπερβολικά η επίτευξη του εκ γενετής στοχασθέντος κενού, εννοώ τη μετάλλαξη του κρέατος σε ανάμνηση.
- Εννοείς τον βαρύ τον σύρτη της σιωπής.
- Εννοώ το παράλογο. 
- Αν άλογο καβαλικέψεις, θα νιώσεις πιο ελεύθερος. 
- Δεν τόξερα πως έχεις μέτρο την ελευθερία να μετράς.
- Όλα μετριούνται. 
- Αν είσαι βλάκας, ναι. 
- Οι βλάκες δεν γνωρίζουν να μετρούν. 
- Φύγε από μπρος μου να διαβώ τη λησμονιά. 
- Μα, ήμουν πίσω σου και γύρισες εσύ. 
- Μεταβολή αν κάνω, πάω να γκρεμιστώ. 
- Μη με ξαναρωτήσεις, είμαι εσύ. 
- Αν είσαι εγώ, δείξε μου το σημάδι. 
- Θα σου το δείξουνε μια Κυριακή στον Άδη. 
- Ω, Μαρξ, θυμήσου με μια Κυριακή.
- Ω, σαρξ, με μια θυμήσου Κυριακή, οι πόθοι σου μουσκίδι.
- Να κλείσω γιατί μπάζει;
- Τα γνωστά. Τελευταίοι στίχοι. Πρέπει με κάποιον τρόπο τέλος να δοθεί. 
- Δοθίην. Απαύγασμα βαναυσότητας. 
- Η φύση δεν χλευάζει. 
- Αδιαφορεί. 







Χαμογέλασα χωρίς παράπονο: η ματαιότης είναι σοφισμικέ επινόηση

Ουτοπιστί (ούτω πιστοί). 





9 σχόλια: