Σάββατο, 7 Οκτωβρίου 2017

la catastrophe


Έξω από το σεντόνι φαινόταν μοναχά το γόνατό της. Εκείνος κουτσόπαιζε στο πιάνο το Άσμα του Βιζυηνού. Κι ύστερα το Φάσμα του. Εκείνη κατάλαβε. Μα δεν μπορούσε κάτι περισσότερο να επιτρέψει. Αν ήθελε, μόνο το γόνατο. Εξάλλου το φιλί ενώνει πιο πολύ, δεν το λέει ο Χριστιανόπουλος; Μα το φιλί στο γόνατο δεν είναι υποταγή ούτε ισοτιμία. Είναι φετίχ ορεκτικό.  

- Σε πήρα να με πισκευάσεις 
- Και; Τι; Σε ξεχαρβάλωσα;
- Ακριβώς.
- Φτηνός, ρε Χριστιανόπουλε.
- Δεν σε είπα Μουσουλμανοπούλου.
- Βάλε για καφέ. 
- Δεν άκουσα τι λες.
- Χτες έλειπες όλη μέρα. Πού να γύριζες;
- Έλεγες να βγεις, να μη βγεις, ε;
- Ναι. Δεν βγήκα τελικά. Είχα μιαν εντυπωσιακή σύλληψη. Για την ακροτελεύτια θέση για τον Φόυερμπαχ. 
- Άντε πάλι με την επικολυρική αριστερά. Πόσο πίσω μας γυρίζεις. 
- Του Μαρξ τον κάθε τόμο ανοίγαμε...
- Όπως ανοίγατε τις γρίλιες του σπιτιού, υποθέτω. 
- Ο Μαρξ έκαμε το λάθος. Είπε ότι το θέμα δεν είναι να τον εξηγήσεις τον κόσμο, δεν αρκεί δηλαδή. Πρέπει να τον αλλάξεις. Ποιος; Οι φιλόσοφοι. 
- Ε, και;
- Ατόπημα πρώτον. Πλατωνικόν. Τι έλεγε στην Πολιτεία; Να βασιλέψουν οι φιλόσοφοι. Να. 
- Να να να να να.
- Ατόπημα δεύτερον. Το πήρανε χαμπάρι οι τεχνικοί της εξουσίας, της επιστήμης και του ημερονυχτίου και τα διέλυσαν όλα. Δεν αρκεί να εξηγήσεις τον κόσμο, λέει. Δεν αρκεί να βρεις τις βάσεις, τη δομή, τους δεσμούς του δεσοξυριβονουκλεϊνικού οξέος. Τώρα οφείλεις να κάνεις μηχανική. Γενετική μηχανική. Να φτιάξεις μεταλλάξεις. 
- Ήταν αναπόφευκτο, βλάκα. Η ίδια η μοριακή αναζήτηση, η ίδια η μικροσκοπική οπτική  εντός, προδιέγραφε την εξέλιξη. Και ούτε καν. Όλα ξεκίνησαν όταν τα ομοειδή σου τα θρωπάκια επέτρεψαν στο μικρόβιο της αιτιολογίας να μολύνει την απόλαυση της παρατήρησης. Ένα όμορφο λουλούδι το χαζεύεις, το μυρίζεις, το χαϊδεύεις... Κι αύριο που θα ξαναπεράσεις θα ξανασμίξετε. Αλλιώς το χάζεμα γίνεται παρατήρηση και η μακροσκοπική παρατήρηση δεν φτάνει, οπότε το ξεριζώνεις, το κόβεις κομματάκια, το βάζεις κάτω από το στερεοσκόπιο και διασκεδάζεις μετρώντας τη διάμετρο των αγγείων του. Κι αύριο ξαναπερνάς και δεν είναι εκεί. Κι ύστερα παρανοείς εντελώς και λες θα φτιάξω χιλιάδες ολόιδια. Μας γάμησες τον ύπερο πρωινιάτικα. Βρίσκεσαι σε πλήρη σύγχυση.
- Τ' άνθη που μ' έχεις χαρισμένα δεν...
- Μαράθηκαν. 

Χτύπησε την πόρτα κι εξαφανίστηκε. Για πότε πετάχτηκε, ντύθηκε, ποδύθηκε δεν το κατάλαβε. Εκείνος θα έψαχνε πάλι στα βιβλία όπου παράχωνε χαρτάκια με ποιήματα. Δεν θα έβρισκε αυτό που έψαχνε. Θα έβρισκε άλλα. Ξεχασμένα. Που θα του φαίνονταν ασήμαντα. Όπως κι η ίδια η ζωή· καμιά φορά. Το καλοκαίρι είχε τελειώσει από καιρό. Κι αυτός δεν πρόλαβε να δει τους ποιητές. Μονάχα τη φασματική τους πύκνωση και τα εγωπαθή τους ποσταρίσματα. 

Άντε να δω πώς θα σας νοσταλγήσουν οι επόμενες γενιές, μονολόγησε και στρώθηκε μπροστά στο λάπτοπ. Στις ματαιώσεις, πάντως, είναι μανούλα. Οι ματαιώσεις είναι οιδιποδίτσες με λευκές ποδίτσες λερωμένες από το ζελ των ομμαθιών που ξερίζωσαν εκπληρώνοντας την προφητεία και της τα προσφέρουν στα χέρια κι από τα χέρια χύνεται το ζελ κι αφήνει μιαν απαίσια μυρωδιά που εξοργίζει εκείνη τη γριά με το δρεπάνι μες στο κοιμητήριο πολιορκημένη από αναιδή ξερόχορτα. Ώπα: για να μην αποτρελαθώ μπαίνω σε μουντ ποιητού.

Κάπως έτσι διανθιζόταν το σαββατιάτικο φθινοπωρινό πρωινό. Με λουλούδια. Μέσα του παλλόταν το Χάθηκα του Μίκη σαν από παραμορφωμένο μαντολίνο. Κάποτε όλα παραμορφώνονται κι όλα μοιάζουν με καταστροφή. Μα κι η καταστροφή είναι σαν την χαρά. Προσωρινή. 








Την είπανε 
των ματαιώσεων μανούλα.
Εκείνες στρατιωτάκια μίλητα
τρεμάμενα της πρόσφεραν τα μάτια τους
στη γέλη της λατρείας διατηρημένα.


Στραβιό του φεγγαριού το στόμα
μοιρολογούσε το αδικοχαμένο θέρος.
Γρίνιαζε η γραία που θεριέψαν τα χορτάρια
και σκέπασαν τη μπλάκα της οικογενείας.
Σώπα μουρμούρισε η εκάστη.
Η σούρα σου λαχτάρησε
το αφράτο χώμα.


Πόσους αθρωπομορφισμούς
να ντέξει τούτο το φθινόπωρο.
Ε;




Πέμπτη, 28 Σεπτεμβρίου 2017

ο Μολυσμίδης



Στον αφαλό
ένα σκουλιάκι ξεγλιστρά.
Στήνει καυγά στο γέρο·
τονε φωτογραφίζει σαν ουρλιά,
του τρώγει λύτρα μη μποστάρει
τες φωτό και τονε πούνε ξεδοντιάρη·
τον πολυθρύλητο.


Εγώ, η σκουλκαντέρα κοκορδώνεται,
τραβώ τις νύχτες για του χάρου τη μασέλα,
δροσίζομαι ραχάτι μες στα σάλια.
Κάτι νεράιδες ετοιμόλογες,
που όλο συχνάζουν στις αγχόνες,
λένε πως έχουν αλλεργία στο σκοινί.
Ο Μολυσμίδης να ρυθμίζει τις θηλιές·
τι να κολλήσουν, πια, οι μελλοψόφιοι.
Κι ο Μολυσμίδης καρτερεί την προσφυγιά
να δει τι σόι μαδραγόρα θα ποδώσει.


Γδάρε τη μπέτσα της νυχτιάς μεντνάν.
Πάθε του δολιχόποδου τις σπηλιακές τρομάρες,
Οιδιποδάκο, που τον φώναξεν η χήρα,
ένα κορτσόπουλο γυμνό πάνω στα κάγκελα.



plastics-only




Τρίτη, 12 Σεπτεμβρίου 2017


τον κοίταξαν




Κι όρμησεν η σιωπή
στην παγωνιά· κατακαλόκαιρο.

Το χώμα έσφιξε τη μυρωδιά.
Στρώθηκαν μόνες τους οι πέτρες·
σκεπάσανε με χρόνια
τις στραγγαλισμένες ηδονές.

Απομακριά λυχτούσαν τα σκυλιά
να βγάλουνε την υποχρέωση στη νύχτα.

Μήνυσε στους γειτόνους να σωπάσουν.
Η πλάση θρόιζε. Ένας ξεθάφτης
έτριβε με τη βούρτσα κόκκαλα.

Πού λιώσανε τα μάθια ντου.
Ήξερεν ότι δεν θα τάβλεπε ξανά·
μα όταν κοιτάχτηκε
τον κοίταξαν και του γελάσαν.


juergen-klauke





Πέμπτη, 24 Αυγούστου 2017


στα κόκαλα βαλμένη





πρώτη δημοσίευση
στη bibliotheque, στις 3 Αυγούστου 2017




άδικα
τις ματαιώσεις αντιπάθησες
καθώς διαρκώς επέστρεφαν
να βεβαιώσουν την ισχύ τους
όταν εσύ κοιμόσουνα
παντέρημος από νειρα


ξυπνούσες μίλαγες
άρχιζες σαν φιλόσοφος
τελείωνες σαν ποιητής
η ζέστη έστιβε τις πολυ-
σύλλαβες εξάρσεις
έσταζε ρείπια σύμβολα
νωχέλεια μελωμένα



ladrilho.tumblr


σε πόμπεψαν
τα πειραχτήρια της αγρύπνιας
στριφογυρνούσες με το πρόσωπο
σκισμένο από το αγκίστρι
η θάλασσα χαριεντιζότανε
στα πόδια σου
η μέρα παραφύλαγε
να δροσερέψει τα βραχνά τζιτζίκια
μες στην υπαίθρια κούραση
έσφιγγες τη γροθιά
έτρεμες σε χνώτων
άρρυθμων τις αντι-
παραθέσεις


κοιμήσου λίγο
ακόμα και θυμήσου
όπως κολλάν τα δέρματα
και δεν τα ξεκολλά
μήτε η μνήμη μήτε η λαχτάρα
τον ίδρωτα θυμήσου να τον στερεώσεις
του σταφυλιού τις σάπιες ρώγες
να δειπνήσεις βρίσκοντας
τη χαμένη πίστη
μέσα στα κόκκαλα
τα νίερα βαλμένη
το τέλος να πειλεί
με απαρχές

Παρασκευή, 23 Ιουνίου 2017

πάλιν απώλεσεν τα φρένας












Έπρεπε να επιστρέψω. Όφειλα στην ψυχή μου την κατατρεγμένη από των ανέμων τους μυκηθμούς, από τους γογγυσμούς των δένδρων, από των παραθύρων τους τριγμούς. Άκου· άκουγα τη βροχή ακατάπαυστη, δεν εσταμάτησε να βρέχει αυτό το καλοκαίρι, άκουγα τη βοή που έσερνε κραυγές από παιδιά που πνίγονταν κι από γυναίκες που τις βίαζαν, άκουγα τους αλαλαγμούς των παθιασμένων για την αποξήρανση εχθρών μου, των εχθρών του ποιητή. 

Μ' εμίσησεν η φύσις. Ήταν πιο στοργική για τα σκουλήκια, τις αράχνες και τις σαύρες. Σαν απωλέσουν πόδες και ουρές θα τους ξαναχαρίσει. Γράψανε στην Ακρόπολι ότι απώλεσα τας φρένας. Πώς θα ρυθμίσουνε ξανά το είναι μου, τη γαμημένη ομοιόσταση; Γύρισα πάλι εδώ, στο Δρομοκαΐτειο. Να περισώσω τα μοιραία, τα πεταλορροήσαντα, τα ποδοπατηθέντα άνθη. Η Μπετίνα πάντα θα λείπει. Αν είχε αισθήματα θα ήσαν λούλουδα. Τα εχάρισε και πια δεν έχει. Ίσως μονάχα αποξηραμένα. Μόν’ η καρδιά της δεν ’μπορεί να λυγισθή ν’ απαλυνθή· μόνο σ’ εκείνη την σκληρή ολίγ’ αγάπη δεν ανθεί!

Δεν συνδιαλέγομαι με τ' άνθη, όπως ο Λινναίος. Δεν τα ταξινομώ. Ετούτα που μου χάρισε δεν εμαράθηκαν ακόμη. Εχάσανε την ανθοσμία στα κλωναράκια τους ταχύτερα κι από την κουτοπόνηρη αμυγδαλιά. Κατακαλόκαιρο και βρέχει. Μα τη δροσιά δεν την κρατούν. Τ' άνθη εκάλυπτον το νεκρόν μου σώμα, έγραψε το Άστυ. Κι η Εστία πως μ' άνθη μ' έρραναν, αντί φίλων και συγγενών, οι απόκληροι τον νουν. Σ' αυτούς επέστρεψα. Μαζί να βρούμε τις μιμητικές μας παιδιές, την ποίηση, την μουσική και τον χορό. Μαζί να τα δροσίσουμε των λουλουδιών τα χείλια. Πλήρεις ανθέων και μύρων παυσιλύπων. Πάσχοντες νοσταλγία. Ολομόναχοι. Αυτοί κι εγώ. Ο Γεώργιος Σύρμας ή Μιχαηλίδης. Και ο παράγων Ψ, ο υπερφαλαγγίζων σερπετός κάθε λογής σπειροχαίτη. 








Τα δύο αποκόμματα είναι από τα φύλλα της 11.4.1892 και 12.4.1892 της εφημερίδας Ακρόπολις.
Τα άλλα αναφερόμενα πιο πάνω δημοσιεύματα αντλήθηκαν από την Ελληνική Αϋπνία του Μ. Φάις.
Το κάτωθι άσμα του Βιζυηνού περιλαμβάνεται στη συλλογή του Ατθίδες Αύραι.







Δευτέρα, 29 Μαΐου 2017

η κυρία Σκατόκε χαμένη στο σπιρτόκουτο



Ναι, έρχονταν στιγμές που ξεχνούσα όχι μόνο ποιος ήμουν, αλλά και πώς ήμουν, ξεχνούσα να υπάρξω. Τότε έπαυα να είμαι το κλεισμένο καβούκι στο οποίο χρωστούσα την τόσο καλοσυντηρημένη μου ύπαρξη αλλά έπεφτε ένα τοίχωμα και γέμιζα ας πούμε με ρίζες και ήμερους βλαστούς, με διχάλες ξερές από καιρό που σε λίγο θα καίγονταν, με το σχόλασμα της νύχτας και τον ερχομό της αυγής, κι ύστερα με το βογγητό του πλανήτη που σήκωνε πολλά στην καμπούρα του...


Μπέκετ, Μόλλοϋ (1951)
μτφ. Αλ. Παπαθανασοπούλου
εκδ. Ύψιλον, 1993





kefalonitikanea




στον Γιάννη Οικονομίδη



μην ομιλείτε
περί του χρόνου της ευθύνης
περί του της ενοχής χρόνου
περί του της σιωπής κλειδοκυμβάλων

μην ομιλείτε εις τους ομήρους
αφού

ο χρόνος έσφιξε τα κορδόνια
ο χρόνος έσκισε τη μύτη
ο χρόνος διαμελίστηκε στον βομβαρδισμό
ο χρόνος έσυρε την φρικιασμένη νιότη
ο χρόνος επυκνώθηκε σε πεθυμιές
ο χρόνος που τονε ποδοπατούσαν
λάφυρον επαράλυσεν
εμμενουάρ





medea







η κυρία Σκατόκε ζύγωσε
στον ακριβογιό τού ξέλυσε
τα κορδόνια τον ξεκάλτσωσε
μίλησε στο φορηλέφωνο
σου λέω πως κοιμάται
ο διάβολος νεκρός

φίλησε μιαν εικόνα
με δίχως περιεχόμενο
ή καμμένη

σκίσε τη μύτη ξανά
στρίγκλισε το ακουστικό
δεν συμμορφώθηκε
την ξαναφίλησε
της μύρισε λεβάντα
άκου, μαλάκα,

αυτό το κεφαλάκι
διαλύθηκε στον περσινό
βομβαρδισμό της συνοικίας
συγκόλλησα τα κομματάκια
γύρω από τον ζεστόν εγκέφαλο
τόπλυνα και το σκούπισα παλά
φυσώντας αίμα περσινό

μαλάκα







η κυρία Σκατόκε - Καρπούζη,
ομόηχος και, εικάζεται, ομοϊδεάτις
της κυρίας σκατό και καρπούζι
έχει την ιστορία της, κι αυτή