Τετάρτη, 1 Μαρτίου 2017


τι σήμερα, τι αύριο, τι τώρα



Έπρεπε ξάλλου να παινεύει
ό,τι κατέρρεε στων λέξεων
το σύμπαν που σχεδόν βρόχινες
υπονομεύαν τη σιωπή -
θύμα της ασελγούς
παραφοράς μηχανημάτων.

Έπρεπε πιφωνήματα να βγάζει
και να μιλά πιφ πιφ
όπως πθευδίδουνε με σιδεράκια
στο κάθε πολλοστό
στην έρημο παγόβουνο.

Ήτανε πόμενο να φέρεται
σαν ζώο στο κλουβί.
Κι ήτανε λογικό από τα πριν
να ξυριστεί. Μα
είχε μόνο ένα ξυράφι.

Σάλταρε στο ποδήλατο.
Θα γόραζε άστορ.
Τραγουδούσε και κορόιδευε:
 
Ετούτο το ξυράφι ποιήματα δεν γράφει.
Το αίμα πάει στράφι μ' ετούτο το ξυράφι.
Δεν είναι αυτό μελάνι, είναι γραμμένη πλάνη·
μες στο χαρτί καπλάνι. Δεν είναι αυτό μελάνι.

Η πόρσε τον παρέσυρε
μουγκρίζοντας.
Άγρια ζώα

η μοναξιά κι η πόρσε.
Κανείς δεν θα το πίστευε
πως αν δεν τον διαλύνανε τα σίδερα
θάπαιρνε πια τη δόξα το ξυράφι.
Ούτε πως αν δεν έβρισκε ξυράφι,
αν μιαν ημέρα το καθυστερούσε,
θα πάθαινε την άλλην εγκεφαλικό.








Μην κλαις, καλή μου κι ακριβή,
κοίτα προσεκτικά τα εντόσθια τα χυμένα·
αυτός ο όγκος είναι σαν μικρό πεπόνι.
Θα πέθαινε σε δυο-τρεις μήνες το πολύ.
 Τον φύλαξε ο Θεός από τους πόνους.
Του έδωσε μπόνους.
Ο πρόεδρος του Πανελλήνιου
Συλλόγου Χριστιανών Ογκολόγων,

αυτόπτης μάρτυς του συμβάντος,
παρηγορούσε τη μνηστή του
.

Στα ογδόντα στο περίπου μέτρα
βρέθηκαν συσκευή εμπιθρί και ακουστικό

προσαρμοσμένο στο δεξί αυτί του ποδηλάτη.
Αδιάκοπα κουγόταν της Ρέιτσελ Χάρνες,
της σοπράνως, η απερίσπαστη φωνή.

Είχε κολλήσει.






από την όπερα  Προμηθέας του Luigi Nono


Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2017


Νινόν


Έξω ακουγόταν ο άνεμος. Η μουσική του τρύπωνε από τις χαραμάδες. Ο βιρτουόζος άνεμος σε βραδινό κονσέρτο. Έτρεχε και πιανόταν απ΄το πόδι του πατέρα του. Πριν από 50 χρόνια. Ο πατέρας περπατούσε. Το πόδι του τον τραβούσε, τον έσερνε λίγο πιο μπροστά κι εκείνος γύριζε και το ξανάπιανε. Η κίνηση επαναλαμβανόταν στον ρυθμό του ανέμου. Έβαλε στο πικάπ το Χάπι Ντέι του Σαββόπουλου ν' ακούσει τον Σώτο Παναγόπουλο στο Νινόν. Δαμόκλειοι δίσκοι και βιβλία. Ανάμεσα στα παραταγμένα του Εμπειρίκου ήταν και μια βιογραφία του πατέρα τού ποιητή. Μιαν άλλη επανάληψη είχε συναντήσει άλλοτε εκεί. Ένα μακριά-κοντά από την ίδια περίπου ηλικία με τη δική του όταν αγκάλιαζε το πόδι του πατέρα. Ο πατέρας τού Εμπειρίκου τον σήκωνε ψηλά με ορμή και τον κατέβαζε γρήγορα "εν μέσω οξυτάτων φωνών αγαλλιάσεως και γαργάρων γελώτων". Οι μνήμες των επαναλήψεων είναι πιο δυνατές. 
Άξαφνα ο άνεμος ακούστηκε στον δρόμο να παρασέρνει κάτι βαρύ. Κοίταξε απ' το παράθυρο το γεροντάκι στο αναπηρικό καροτσάκι που φρέναρε στην κολόνα της στάσης. Το πλησίασε μια νέα γυναίκα. Έκανε να του προσφέρει μια κούπα ζεστό καφέ όμως της έπεσε απ' τα χέρια κι έσπασε στο πεζοδρόμιο. Τον κοίταξε με αγωνία. Την κοίταξε χαμογελώντας, μισόκλεισε τα μάτια κι έγειρε πίσω το κεφάλι εννοώντας μην ανησυχείς, δεν πειράζει. Ήταν βιαστική. Κοιτούσε κλεφτά το ρολόι. Τύλιξε τα χέρια της με τα δικά του, τα χάιδεψε και την έσπρωξε, σχεδόν την άφησε, προς τα πίσω. Εκείνη ανέβηκε στο λεωφορείο που είχε σταματήσει μπροστά τους. Ένα δάκρυ κύλησε. Τα μάτια του γυάλιζαν. Ήταν παράξενο μα κατάλαβε ότι το γεροντάκι ήταν ο ίδιος. Έβλεπε τον εαυτό του γέρο, κάπου 30 χρόνια μεγαλύτερο, απέναντι στο πεζοδρόμιο, να κάθεται σε αναπηρικό καροτσάκι. Κούνησε το κεφάλι να διώξει την εικόνα. Άδικα.
Ένα θηριώδες καρτούν, φαλακρό αθρωποειδές με μεγάλα σαγόνια, πλησίασε το γεροντάκι, σήκωσε τη γροθιά και την κατέβασε στο κεφάλι του. Βυθίστηκε στο πεζοδρόμιο μαζί με το καροτσάκι. Το καρτούν συνέχισε την πορεία του ατάραχο, χωρίς να μειώσει ταχύτητα. Το καροτσάκι στο μεταξύ αναδύθηκε όμως ο γέρος ήταν άλλος. Ήταν ο πατέρας του, που είχε από χρόνια πεθάνει, με το ίδιο χαμόγελο και το ίδιο δάκρυ που είχε τρέξει πριν στο δικό του πρόσωπο. Το καρτούν εμφανίστηκε με πανομοιότυπη κίνηση κι επανέλαβε τη γροθιά. Ο πατέρας του βυθίστηκε με το καροτσάκι στο πεζοδρόμιο. Το καρτούν προσπέρασε ενώ το γεροντάκι αναδυόταν, άλλο γεροντάκι τώρα· ήταν ο παππούς του, πατέρας του πατέρα του. Έφαγε κι εκείνο, βαστώντας το ίδιο χαμόγελο και τα ίδια μάτια που γυάλιζαν, τη μπουνιά του καρτούν, που είχε επανέλθει. Καθώς το καρτούν συνέχιζε τον δρόμο του, το λεωφορείο σταμάτησε μπροστά στο αναδυόμενο καροτσάκι. Κατέβηκε η ίδια νέα γυναίκα. Αυτή τη φορά την αναγνώρισε. Ήταν η Νινόν. Ενώ το καρτούν πλησίαζε, έβγαλε από την τσάντα έναν τεράστιο διορθωτικό μαρκαδόρο κι άρχισε να το σβήνει· καθώς ανεβοκατέβαζε τον μαρκαδόρο της πάνω στο καρτούν, αυτό έσβηνε, χανόταν. Είδε τον εαυτό του πάλι στο καροτσάκι να ξεφυσά λυτρωμένος. Εκείνη έσκυψε, τον φίλησε κι ανέβηκε στο λεωφορείο που μόλις είχε σταματήσει στη στάση. 
Την έλεγε Νινόν απ' το τραγούδι του Σαββόπουλου. Κάποτε την πείραζε θα γεράσω και θα σε περιμένω συντρίμμι στη γωνιά να μου προσφέρεις μιαν ανεμώνα. Κοίταζε τον εαυτό του μέσα στο σπίτι να παίρνει το βιβλιαράκι του Εμπειρίκου και να διαβάζει δυνατά: "Είμαι 3 ετών. Ο πατέρας μου στέκεται όρθιος προ του μεγάλου καθρέπτου...". Κοίταζε τον εαυτό του απ' έξω. Καθόταν στο καροτσάκι κι έβλεπε μέσα σ' εκείνο το σπίτι τον εαυτό του 30 χρόνια νεώτερο. Άρχισε να μιλά στους περαστικούς: Είμαι 80 ετών. Ο πατέρας μου αγκαλιάζει το πόδι του παππού μου που τον παρασέρνει μπροστά· κι εκείνος, δείτε, γυρνά και το ξαναπιάνει. Κάποτε καθόμουν δίπλα στο τζάκι σ' εκείνο το σπίτι και διάβαζα. Τώρα περιμένω το αστικό. Έναν καφέ ζεστό περιμένω. 






το Νινόν του Ορέστη Λάσκου
τραγούδησε στη μουσική του Σαββόπουλου
για το Happy Day του Παντελή Βούλγαρη
ο Σώτος Παναγόπουλος



Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2017


σπαργών, εξέπεμπα
οξείας κραυγάς αγαλλιάσεως



Είμαι 3 ετών. Ο πατέρας μου στέκεται όρθιος προ του μεγάλου καθρέπτου εις το σαλόνι της οικίας μας, στην Σύρον, και κρατών εμέ εις τας χείρας του με σηκώνει με ορμήν υψηλά και με καταβιβάζει πάλιν γοργά, επαναλαμβάνων τας κινήσεις αυτάς πολλάς φοράς, άνευ διακοπής. Τούτο συνεχίζεται επί πολλήν ώραν, εκ μέρους μου, ενώ ο πατέρας μου, απολαμβάνων την απόλαυσίν μου γελά και αυτός. Το αίσθημα που δοκιμάζω ομοιάζει με εκείνο που αισθάνεται κανείς, όταν τέρπεται εις μίαν αιώραν, ανυψούμενος και κατερχόμενος εναλλάξ, με αύξουσαν ολονέν την έντασιν και την ταχύτητα των ωστικών κινήσεων και προς τας δύο κατευθύνσεις.

Αι πλέον συγκλονιστικαί στιγμαί της παιδιάς ήσαν δύο. Αφ' ενός, όταν, έφθανα με ιλιγγιώδη ταχύτητα εις το ζενίθ της ανώσεως και ήρχιζε εις το μεταίχμιον εκείνο αποτόμως και με στιγμιαίον κόψιμον της αναπνοής μου, η ορμητική προς τα κάτω φορά, και αντιστρόφως πάλιν. Αφ' ετέρου, όταν, ενώ έβλεπα εκ των κάτω να υπέρκειται, καθώς ανηρχόμην, η κεφαλή του πατρός μου, αίφνης την έβλεπα κάτω από εμέ, μόλις, ήλλαζε εν ριπή οφθαλμού, η θέσις μου, καθώς με ανύψωναν οι πατρικοί βραχίονες προς το ταβάνι, ενώ εγώ, σπαργών, εξέπεμπα οξείας κραυγάς αγαλλιάσεως.

Οποία ηδονή! Ο δε πατήρ μου, μου εφαίνετο τότε, όχι μόνον ένα ον ανθρωπίνως θαυμαστόν, αλλά αληθινός θεός - ένας θεός πανίσχυρος λαμπρός και παντοκράτωρ, που έπαιζε όχι μόνον εμέ, αλλά τον κόσμον όλον εις τα χέρια του! 




mricon




Δημητρίου Ι. Πολέμη:
Ο Ανδρέας Εμπειρίκος βιογραφεί τον πατέρα του
Άνδρος, 1990

[απόσπασμα μονοτονισμένο - κόμματα δεν πειράχτηκαν ]


Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2017


ένα καράβι μέθυσε




άναψε το τσακμάκι στον μήνυμαL τον τόπο
και γίνηκε πικρό τραγούδι των αθρώπω



Moebius





ένα καράβι μέθυσε και διάβηκε τη νύχτα
και γίνηκε σε μια νυχτιά κιτρινωπό υποβρύχιο
και το πρωί το βρήκανε οι δύτες της υπόγας
και βάλαν τους ιστορικούς να το μοιρολογούνε
και βάλανε και μένανε για να τους σιγοντάρω


kurt-kemp




σαν έπεσε το σούρουπο σηκώθηκε να φύγει
να βρει ξανά τις φίλες του της θάλασσας τα κήτη
κι ο γύπας που το φύλαγε έκπληχτος το ρωτάει
αφού είσαι πτώμα καραβιού κιτρινωπό υποβρύχιο
τι τα σηκώνεις τα πανιά και πας να ταξιδέψεις
πάω μοναχά στις φίλες μου να μάσω λίγη αφρότη
το θέατρο τελείωσε στραγγίσαν τα νερά μου
μέθυσα κι ήπια θάλασσα μα τώρα θα σαλπάρω
και θα χω καπετάνισσα τυφλότατη μπουμπλίνα
κι αμούστακα ναυτόπουλα με τα στυλά στο χέρι
για την κοινότη του νερού και της φωθιάς τη μούρλα
για τα όσα τάξαμε παλιά πριχού γενούμε μούμιες







φωτογραφία άσματος: Μαρία Σορωνιάτη

Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2017


μην ξεχνάς τον Ωρωπό


Και τον ανά- και τον ανάβει η κυρια-Κούλααα, βρε πούχει τάλιρα και τσιγαριές στη ζούλα... Την πρώτη φορά που την άκουσε να το τραγουδά έμεινε. Νόμισε ότι άκουγε τη Βούλα Σαββίδη κι έπειτα, όταν το πήρε ψηλά, τη Φλέρυ· αλλά ήταν η Κούλα. Υπόδικη κι αυτή. Εσένα γιατί σε μπουζουριάσανε, μικρούλα; Η Λουκία δεν είχε όρεξη να δώσει αναφορά σε καμιάν εκεί μέσα. Και δεν ήξερε τι ρουφιάνα μπορεί να ήτανε η Κούλα, η φωνάρα. Λίγο λίγο όμως η Κούλα κέρδισε την εμπιστοσύνη της. Την έβλεπε κάθε μέρα πώς κοίταζε τις γουρούνες. Ειδικά τη Δήμητρα, την αρχιγουρούνα. Τον Μήτσο, που την έλεγε. Λίγο λίγο της ανοίχτηκε η Λουκία. Της είπε που γλίτωσε στο τσακ όταν αδειάσαν την κατάληψη, που πήρε στο σπίτι τη Στέλλα, το κορίτσι με τα πιο λυπημένα μάτια που είχε δει ποτέ, που την είχε γνωρίσει στην κατάληψη και τη φιλοξένησε δυο βράδια, που δεν ήταν όμως εκεί το πρωί που έγινε το ντου στο σπίτι, που είχε εξαφανιστεί αλλά το πιστολάκι της ήταν κρυμμένο κάτω απ' το στρώμα κι άντε να την πιστέψουν την Λουκία ότι δεν είχε ιδέα. Α, ρε Στέλλα και κόντεψα να σ' ερωτευτώ και ν' αλλάξω σεξουαλικό προσανατολισμό. 
Μην στεναχωριέσαι γλύκα, θα τη σκαπουλάρεις. Η Κούλα ήταν σίγουρη. Ο δικηγόρος της Λουκίας, τον είχε ακουστά, έβγαζε λαγούς. Θα τον έχει τον τρόπο της η μικρή, είχε σκεφτεί, αλιά από μένα. Εγώ την έχω κάτσει, μπέμπα. Υποτροπή. Για νταλαβέρι. Για τη Τζοβάνα. Η Τζοβάνα γουστάρει το λούσο. Ο Γιάννης, ποια Τζοβάνα, δηλαδή. Κούκλα η Τζοβάνα. Όταν τη γνώρισα έπαθα. Δεν την ψυλλιάστηκα πως ήτανε εγχειρισμένη, αλήθεια σου λέω. Οι δικές μου λέγανε κόψε την παραμύθα, Κούλα. Την ερωτεύτηκα. Εσύ, έχεις αγόρι; Η Λουκία είχε σχέσεις εφήμερες. Με αγόρια. Δεν πίστευε στον έρωτα που κρατάει πάνω από λίγες μέρες. Το σώμα του άλλου δεν είναι ιδιοκτησία, Κούλα. Δεν είναι κλοπή. Μωρό, με μπερδεύεις.
Η Λουκία δεν γνώρισε μάνα. Είχε παρατήσει τον πατέρα της όταν ήτανε βρέφος. Εκείνος ήτανε μηχανικός. Μεγαλοεργολάβος. Δεν θυμόταν πόσες πολυκατοικίες είχε σηκώσει. Με την κρίση τον πήρε η κάτω βόλτα. Αν και του έφταναν να ζήσει άνετα όσο θα ζούσε, έζησε πολύ λιγότερο απ' όσο περίμενε. Μπαμ και κάτω. Το στρες είναι δολοφόνος. Η Λουκία είχε αρκετά λεφτά σ' έναν λογαριασμό που της άνοιξε ο μπαμπάς όταν τα πράγματα σκούρυναν αρκετά. Την περιουσία πήγε και την αποποιήθηκε κι άντε γεια. Της είπαν να ζητήσει απογραφή της κληρονομιάς να δει αν τη συμφέρει να κάνει αποδοχή αλλά σιγά μην έμπλεκε.

rightsobserver

Μέσα σ' ένα μήνα είχαν κολλήσει. Η Κούλα, καμιά δεκαπενταριά χρόνια μεγαλύτερη, βάλε και τις καταχρήσεις, φαινότανε σα μάνα της. Και τη φρόντιζε. Δεν άφηνε καμιά να την πειράξει. Εδώ είναι κόλαση, μωρό. Την άλλη φορά που με είχαν δέσει, όταν γύρισα απ' την άδεια έπαθα κλακάζ. Κολπικός έλεγχος· ξέρεις τι είναι; Είχαμε κάνει αγώνα για την Γκουλιώνη, καμάρωσε η Λουκία. Ναι, καλά. Τίποτα δεν σκαμπάζεις. Κάτσε να σε βάλει ο Μήτσος στο κρεβάτι του γυναικολόγου και να σου χώσει τη χερούκλα με το γάντι και να σε ρωτήσει κιόλας αν σου άρεσε και θα σου πω. Η Λουκία κούρνιασε στο στήθος της. Μη φοβάσαι. Αν θέλεις, να με λες μαμά. Η μαμά μου δεν με θήλασε ποτέ, Κούλα. Θα είσαι το μωρό μου στο κελί.
Η Κούλα σήκωσε τη μπλούζα, τράβηξε το σουτιέν και φάνηκαν τα βυζιά της. Η Λουκία είδε το τατουάζ στο αριστερό. Μια κάμπια πάνω σ' ένα μανιτάρι έπινε αργιλέ. Χαμογέλασε. Η Κούλα την έσπρωξε απαλά προς το δεξί. Έλα, να παρηγορηθείς λιγάκι. Από εκείνο το βράδυ η Λουκία τη χάιδευε συνέχεια. Πρόσεχε μαρή, η Δήμητρα έχει μάτια και στην πλάτη. Της χάιδευε τα μαλλιά, τον λαιμό, την ελιά στο μάγουλο· κι ηλεκτριζότανε και πηδούσε σαν κατσίκι. Εμείς είμαστε το κίνημα Κούλα μου, Κουλίτσα μου, Κουλάρα μου. Τα ονόματά μας είναι ίδια παρά ένα ι, αλλάζουν θέση το κου και το λου. Σαν τα ποδανά, ε; Περίπου. Θα βγάλω το ι να με λες Λούκα. Κούλα - Λούκα.
Ένα απόγευμα η Δήμητρα την είδε να της χαϊδεύει τον ποπό. Σκύλιασε. Την άλλη μέρα τις άλλαξαν κελιά. Γεια σου ρε Μήτσο στραβοκάνη, της είπε η Κούλα όταν μπήκε στο κελί να το ανακοινώσει. Λες και το ήξερε. Όταν έσπρωχναν έξω τη Λουκία, η Κούλα ψιθύρισε στο μωρό της: μην ξεχνάς τον Ωρωπό...






χάιδεψε τα μαλλιά της
και θυμήθηκε τον Πεντζίκη
που χάιδεψε τα μαλλιά της
και θυμήθηκε τα οστά των μεταστάντων
και τσίκι τσίκι βγήκε αυτό το τσίκι τσίκι
και τσίκι τσίκι βγήκε μία ιστορία

womenprisoners






[ είμεθα πρωτότυποι ]




Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2016


οι κάμπιες



Οι κάμπιες στην ευθεία.
Δεν έχουν για προορισμόν ιδέα.
Οι ύπεροι σαλέψανε στη γύμνια:
αιώνια ορκίζονται τη στύση.
Οι κάμπιες πολλαπλασιάζονται
ανύποπτες για την πολλότητα
των πολυτύπων τους.


Ο κηπουρός στέφθηκε λάσπες
ξύνοντας την κεφαλή,
παρατηρώντας μια στης μοναξιάς
τα όρια κουκούτσα.
Είμαι, διακήρυξε,
ο εν κήπω χορηγός ζωής
ορατών τε πάντων
και αοράτων.

Έστριψε τη γαλότσα στη σειρά τη δυτική
ρηγμάζοντας το σιωπηρό κονβόι.
Οι κάμπιες έχασκαν πηγμένη λύπη.
Άδραξε το πριόνι. Ήταν καιρός
να επιβάλει σιωπητήριο.
Ξάφνου προτίμησε
να εκτρέψει τις ροές των υπερήχων,
να σιγοντάρει την ηλιακή μουρμούρα.

Αχτένιστος και φουσκωμένος
με χοχλιούς, ψιθύρισε:
Έμαθα να διαβάζω γράμματα
ανάμεσο σε θάμνους.
Έπεφτε το βιβλίο στα ρυάκια.
Έβαζα φύλλα νάμεσα στα φύλλα,
τη χλωροφύλλη να ρουφάνε,
να στεγνώνουν.
Δεν το θελα να είμαι θεός τους.
Δεν το βαστούσα. Μα υποτάχτηκα
στην άλογη, την αιχμηρή τους πίστη.
Ποιος θα ποτίσει, θα σκαλίσει τα φυτά,
να χουν να πίνουνε χυμούς,
καρπούς να τρώνε.
Πάντοτε γω. Με καταδίκασαν
να τη ραντίζω στίχους τη μελίγκρα,
λάκκους να νοίγω, λέξεις να φυτεύω,
να ξεχορτίζω τους ιάμβους στη σπουδή μου,
να ναρωτιέμαι πώς ευρέθηκα επαέ.
Με καταδίκασαν οι εμμονές μου,
οι θεϊκές πριβέικες κοτρώνες,
οι στοιχισμένες πεποιθήσεις συγγραφέων
στης έμπνευσης της ύπουλης το καλυβάκι.

Όλη την ώρα δίπλα μου είχα τον πατέρα.
Με ορμήνευε να τη γυρνώ σωστά την τσάπα.
Μα τώρα, που ίδρωσα πολύ,
δεν είναι δίπλα.
Τώρα είμαι εγώ
ο πατέρας μου.
Φορώ τα ρούχα του.
Ίδιος, με τα ψαρά τα γένια,
με τη χαμένη στον ορίζοντα ματιά. 








Κανείς δεν άκουγε τον ψίθυρο στον κήπο.
Μύρισε χώμα, έγειρε. Πλάγιασε
για το σώμα να ποστάσει.
Έγειρε κι ονειρεύτηκε το χώμα.
Σκέπαζε υγρό αφράτο μυρωδάτο.
Μαλάκωνε τις χαρακιές στο πρόσωπό του.


Όταν θα ξύπνησε ο κήπος είχε αλλάξει.
Δεν ήξερε αν στα χρόνια εκείνα είχε υπάρξει.
Δεν είχε χώρα. Μοναχά δοσοληψίες
σε τύμβο λουξ με παγωμένες φωταψίες.

Στο ίδιο κονβόι κάμπιες στην παλιά ευθεία.
Σπασμένη σκούριαζε η τσάπα του η θεία.
Στα δέντρα κρύσταλλα κρεμότανε το μίσος.
Τη σιγουριά τηνε μαστίγωνε το ίσως.











Οι κάμπιες
δημοσιεύθηκαν στο 15ο τεύχος του ΤΕΦΛόΝτος
του οποίου τις προάλλες κυκλοφόρησε και το 16ο με το καλό

Ο Ιχνεύμων τις επισκέφτηκε τώρα δα