Τρίτη, 12 Σεπτεμβρίου 2017


τον κοίταξαν




Κι όρμησεν η σιωπή
στην παγωνιά· κατακαλόκαιρο.

Το χώμα έσφιξε τη μυρωδιά.
Στρώθηκαν μόνες τους οι πέτρες·
σκεπάσανε με χρόνια
τις στραγγαλισμένες ηδονές.

Απομακριά λυχτούσαν τα σκυλιά
να βγάλουνε την υποχρέωση στη νύχτα.

Μήνυσε στους γειτόνους να σωπάσουν.
Η πλάση θρόιζε. Ένας ξεθάφτης
έτριβε με τη βούρτσα κόκκαλα.

Πού λιώσανε τα μάθια ντου.
Ήξερεν ότι δεν θα τάβλεπε ξανά·
μα όταν κοιτάχτηκε
τον κοίταξαν και του γελάσαν.


juergen-klauke





Πέμπτη, 24 Αυγούστου 2017


στα κόκαλα βαλμένη





πρώτη δημοσίευση
στη bibliotheque, στις 3 Αυγούστου 2017




άδικα
τις ματαιώσεις αντιπάθησες
καθώς διαρκώς επέστρεφαν
να βεβαιώσουν την ισχύ τους
όταν εσύ κοιμόσουνα
παντέρημος από νειρα


ξυπνούσες μίλαγες
άρχιζες σαν φιλόσοφος
τελείωνες σαν ποιητής
η ζέστη έστιβε τις πολυ-
σύλλαβες εξάρσεις
έσταζε ρείπια σύμβολα
νωχέλεια μελωμένα



ladrilho.tumblr


σε πόμπεψαν
τα πειραχτήρια της αγρύπνιας
στριφογυρνούσες με το πρόσωπο
σκισμένο από το αγκίστρι
η θάλασσα χαριεντιζότανε
στα πόδια σου
η μέρα παραφύλαγε
να δροσερέψει τα βραχνά τζιτζίκια
μες στην υπαίθρια κούραση
έσφιγγες τη γροθιά
έτρεμες σε χνώτων
άρρυθμων τις αντι-
παραθέσεις


κοιμήσου λίγο
ακόμα και θυμήσου
όπως κολλάν τα δέρματα
και δεν τα ξεκολλά
μήτε η μνήμη μήτε η λαχτάρα
τον ίδρωτα θυμήσου να τον στερεώσεις
του σταφυλιού τις σάπιες ρώγες
να δειπνήσεις βρίσκοντας
τη χαμένη πίστη
μέσα στα κόκκαλα
τα νίερα βαλμένη
το τέλος να πειλεί
με απαρχές

Παρασκευή, 23 Ιουνίου 2017

πάλιν απώλεσεν τα φρένας












Έπρεπε να επιστρέψω. Όφειλα στην ψυχή μου την κατατρεγμένη από των ανέμων τους μυκηθμούς, από τους γογγυσμούς των δένδρων, από των παραθύρων τους τριγμούς. Άκου· άκουγα τη βροχή ακατάπαυστη, δεν εσταμάτησε να βρέχει αυτό το καλοκαίρι, άκουγα τη βοή που έσερνε κραυγές από παιδιά που πνίγονταν κι από γυναίκες που τις βίαζαν, άκουγα τους αλαλαγμούς των παθιασμένων για την αποξήρανση εχθρών μου, των εχθρών του ποιητή. 

Μ' εμίσησεν η φύσις. Ήταν πιο στοργική για τα σκουλήκια, τις αράχνες και τις σαύρες. Σαν απωλέσουν πόδες και ουρές θα τους ξαναχαρίσει. Γράψανε στην Ακρόπολι ότι απώλεσα τας φρένας. Πώς θα ρυθμίσουνε ξανά το είναι μου, τη γαμημένη ομοιόσταση; Γύρισα πάλι εδώ, στο Δρομοκαΐτειο. Να περισώσω τα μοιραία, τα πεταλορροήσαντα, τα ποδοπατηθέντα άνθη. Η Μπετίνα πάντα θα λείπει. Αν είχε αισθήματα θα ήσαν λούλουδα. Τα εχάρισε και πια δεν έχει. Ίσως μονάχα αποξηραμένα. Μόν’ η καρδιά της δεν ’μπορεί να λυγισθή ν’ απαλυνθή· μόνο σ’ εκείνη την σκληρή ολίγ’ αγάπη δεν ανθεί!

Δεν συνδιαλέγομαι με τ' άνθη, όπως ο Λινναίος. Δεν τα ταξινομώ. Ετούτα που μου χάρισε δεν εμαράθηκαν ακόμη. Εχάσανε την ανθοσμία στα κλωναράκια τους ταχύτερα κι από την κουτοπόνηρη αμυγδαλιά. Κατακαλόκαιρο και βρέχει. Μα τη δροσιά δεν την κρατούν. Τ' άνθη εκάλυπτον το νεκρόν μου σώμα, έγραψε το Άστυ. Κι η Εστία πως μ' άνθη μ' έρραναν, αντί φίλων και συγγενών, οι απόκληροι τον νουν. Σ' αυτούς επέστρεψα. Μαζί να βρούμε τις μιμητικές μας παιδιές, την ποίηση, την μουσική και τον χορό. Μαζί να τα δροσίσουμε των λουλουδιών τα χείλια. Πλήρεις ανθέων και μύρων παυσιλύπων. Πάσχοντες νοσταλγία. Ολομόναχοι. Αυτοί κι εγώ. Ο Γεώργιος Σύρμας ή Μιχαηλίδης. Και ο παράγων Ψ, ο υπερφαλαγγίζων σερπετός κάθε λογής σπειροχαίτη. 








Τα δύο αποκόμματα είναι από τα φύλλα της 11.4.1892 και 12.4.1892 της εφημερίδας Ακρόπολις.
Τα άλλα αναφερόμενα πιο πάνω δημοσιεύματα αντλήθηκαν από την Ελληνική Αϋπνία του Μ. Φάις.
Το κάτωθι άσμα του Βιζυηνού περιλαμβάνεται στη συλλογή του Ατθίδες Αύραι.







Δευτέρα, 29 Μαΐου 2017

η κυρία Σκατόκε χαμένη στο σπιρτόκουτο



Ναι, έρχονταν στιγμές που ξεχνούσα όχι μόνο ποιος ήμουν, αλλά και πώς ήμουν, ξεχνούσα να υπάρξω. Τότε έπαυα να είμαι το κλεισμένο καβούκι στο οποίο χρωστούσα την τόσο καλοσυντηρημένη μου ύπαρξη αλλά έπεφτε ένα τοίχωμα και γέμιζα ας πούμε με ρίζες και ήμερους βλαστούς, με διχάλες ξερές από καιρό που σε λίγο θα καίγονταν, με το σχόλασμα της νύχτας και τον ερχομό της αυγής, κι ύστερα με το βογγητό του πλανήτη που σήκωνε πολλά στην καμπούρα του...


Μπέκετ, Μόλλοϋ (1951)
μτφ. Αλ. Παπαθανασοπούλου
εκδ. Ύψιλον, 1993





kefalonitikanea




στον Γιάννη Οικονομίδη



μην ομιλείτε
περί του χρόνου της ευθύνης
περί του της ενοχής χρόνου
περί του της σιωπής κλειδοκυμβάλων

μην ομιλείτε εις τους ομήρους
αφού

ο χρόνος έσφιξε τα κορδόνια
ο χρόνος έσκισε τη μύτη
ο χρόνος διαμελίστηκε στον βομβαρδισμό
ο χρόνος έσυρε την φρικιασμένη νιότη
ο χρόνος επυκνώθηκε σε πεθυμιές
ο χρόνος που τονε ποδοπατούσαν
λάφυρον επαράλυσεν
εμμενουάρ





medea







η κυρία Σκατόκε ζύγωσε
στον ακριβογιό τού ξέλυσε
τα κορδόνια τον ξεκάλτσωσε
μίλησε στο φορηλέφωνο
σου λέω πως κοιμάται
ο διάβολος νεκρός

φίλησε μιαν εικόνα
με δίχως περιεχόμενο
ή καμμένη

σκίσε τη μύτη ξανά
στρίγκλισε το ακουστικό
δεν συμμορφώθηκε
την ξαναφίλησε
της μύρισε λεβάντα
άκου, μαλάκα,

αυτό το κεφαλάκι
διαλύθηκε στον περσινό
βομβαρδισμό της συνοικίας
συγκόλλησα τα κομματάκια
γύρω από τον ζεστόν εγκέφαλο
τόπλυνα και το σκούπισα παλά
φυσώντας αίμα περσινό

μαλάκα







η κυρία Σκατόκε - Καρπούζη,
ομόηχος και, εικάζεται, ομοϊδεάτις
της κυρίας σκατό και καρπούζι
έχει την ιστορία της, κι αυτή



Τρίτη, 9 Μαΐου 2017

tango



Καθώς άνοιγε την πόρτα, η καρέκλα παραμέρισε να περάσει. Έκανε θόρυβο, σαν ξύλινη καρέκλα που ήταν, κι όταν σταθεροποιήθηκε σήκωσε τους ώμους. Την είχε δει κι άλλοτε να σηκώνει τους ώμους, δεν ξαφνιάστηκε. Προχώρησε στα ποτά. Έβαλε μια τσικουδιά. Την κατέβασε κι έβαλε δεύτερη. Την κατέβασε και πήρε ένα κολωνάτο, έβαλε κόκκινο κρασί και κατέβασε μια γουλιά. Καλή γουλιά. Κοίταξε την καρέκλα, μετά το ποτήρι, πήρε ένα έτοιμο τσιγάρο και το άναψε. Τράβηξε μια καλή ρουφηξιά. Το άφησε να καίει στο τασάκι. 

- Κανείς δεν ξέρει, καρέκλα, μονάχα εσύ το ξέρεις τι είναι αυτό για μένανε το τάνγκο. Αν δεν ήτανε τόσο σκληρές οι γωνίες σου, θα σου ζητούσα να το χορέψουμε. Κανείς δεν ξέρει, μονάχα εσύ, τι είναι κάθε νότα, όπως εκείνες στο τέλος που κανείς ποτέ δεν θα προσέξει, δεν θα τους δώσει σημασία, είναι ασήμαντες, είναι ένα τίποτα αυτές οι τρεις επαναλαμβανόμενες νότες στο τέλος· όμως για σένανε, καρέκλα, σημαίνουνε πολλά. 




Francis-Bacon-1964



Τζούρα και γουλιά. Η καρέκλα έμενε ακίνητη. Θα δίνω, σκέφτηκε, τόπο στη σιωπή. Όλα τα λάθη είναι πέτρινα, βαριά. Μετά δεν τα σηκώνεις, να τα πιάσεις, να τα ρίξεις στα σκουπίδια, να τα ξεφορτωθείς. Σου μπαστακώνονται. Η καρέκλα είχε ιδρώσει. Ίσως κάποτε να την έσπαγε. Αν νευρίαζε πολύ, μπορεί. Άκου, καρέκλα, που μου κουνιέσαι όταν θες. Τώρα το λέω. Μία είναι η πραγματικότητα. Εσύ. Αν κουνιέσαι, κουνιέσαι. Πραγματικότητα είναι τα φαινόμενα, οι φαινότυποι και οι φαινόλες. Άκου τώρα το τάνγκο. Άκου και πες μου πώς να το βγάλω· γιατί αν δεν, θα μείνει μέσα μου και θα με τυραννά· όπως με τυραννούνε όλα τ' άβγαλτα. Μόνο που τα τραγούδια, όταν φτάνει ο καιρός τους, δεν αντέχονται άλλο. Τρελά τριβέλια γίνονται οι νότες στα μηλίγγια. Και σκάνε μες στο καύκαλο του πάθους τα φυσίγγια. Το τάνγκο χίλιες μπαλωθιές ματώνει μου την ώρα που τα λεπτά της κατοικούν σε παρονθούσα χώρα.









Σε διαδρόμους, σε ασανσέρ, σε υπονόμους
Ευκαιρίες για καταναλωτές και μπόνους
Πώς να σκιρτήσεις αν τη ζωή σου συναρτήσεις
Με σόσιαλ μίντια - λεξοτανίλ, ζανάξ
Καμιά γραμμούλα, πρωί – πρωί με την αυγούλα
Όπως αρμόζει μέσα έξω κι εναλλάξ.


Εξορμήσεις, παραδοσιακοί ξενώνες
Μονοπάτια, μέσα στη φύση ονειρώνες
Αχ, λίγη φύση, μακριά απ’ της πόλης το γαμήσι
Έστω για λίγο, ένα σουκού να ξεχαστείς
Κι ύστερα πάλι, ας γίνει οθόνη το κεφάλι
Δεν την παλεύεις· στη στροφή θα διχαστείς


Παρεούλες και για καφέ και για ποτάκι
Ασ’ τον Παύλο, αυτός θα πάει στο μπαρ του Τάκη
Στην εποχή μας κατάπιαμε την ενοχή μας
Μεταμοντέρνες τάσεις, κουίρ απόψεις, ε σα βά
Όλες οι απόψεις κονιορτός στην εσοχή μας
Συνθέτουν πλήρως της μιζέριας τον καμβά










Πέμπτη, 20 Απριλίου 2017


επιτελώντας το καθάριο




νωπός ο πόνος κάνει τσαλιμάκια
κάτω από τις ασήκωτες σελίδες
στου σώματος την άστοργην αιχμαλωσία
δεν μπόραγε να κουδουνάει συναγερμός
στο υγρόστατο σκοτάδι που τραβούσε 
απρόσωπους κάθε λογής διαβάτες
και νοσοκόμες που ξεχάσαν τον ορό
στων τεχνικών που διέσυραν 
την άνοιξη τις κλίνες


όσα σκουπίδια 
μινιατούρες συμπιέστηκαν
στη διάφανη σακούλα μικροκάδου
προσποιήθηκαν πως οδηγούνται αναίσθητα 
στη ζούγκλα των διαστρόφ απορριμάτων
μιας γειτονιάς που ομοβροντεί
επιτελώντας το καθάριο


ακόμα μια
μερίδα της σαγήνης
τηνε μπουκώσανε



gregg segal





καιτοσχετικόνάσμαενστίχοις

σκουπίδια σκουπιδάκια μου και πού να σας κρεμάσω
να σας εχώσω πατητά στου δρόμου έναν κάδο

να σας ερίξω βιαστικά στου κάδου τη σαλάτα
να πάτε κουλουβάχατα στης γης μέσα τα σπλάχνα

να μείνουν τ' απορήματα στον τόπο μου και γιάιντα
τα χρόνια που 'ναι ασήκωτα σκουπίδια μόνο τρώγουν
σκουπίδια σκουπιδάκια μου στη μούρη μου σας φέρνω